To εναλλακτικό “κρέας” από σόγια, όσπρια, πατάτες, αρακά και άλλα λαχανικά γίνεται ολοένα και πιο συνηθισμένο, και αποκτά θέση στο μενού πολλών επιχειρήσεων εστίασης, από μοντέρνα εστιατόρια μέχρι αλυσίδες γρήγορου φαγητού, παγκοσμίως αλλά και στην Ελλάδα.

 

Το εναλλακτικό κρέας προσφέρει στους κρεατοφάγους την επιλογή να διακόψουν το κρέας, χωρίς, όμως, να χάσουν την γεύση και το άρωμα.

 

Οι λόγοι για να προβούν σε αυτήν την διακοπή ποικίλλουν:
 - η βελτίωση της υγείας τους,
 - η παύση της βαναυσότητας στα ζώα,
 - η μείωση της κλιματικής αλλαγής μέσω της μείωσης του αριθμού των βοοειδών που παράγουν μεθάνιο, και
 - η μείωση της ανθεκτικότητας στα αντιβιοτικά λόγω της κακής χρήσης αυτών στις φάρμες ζώων και πουλερικών.

 

Σε ένα πρόσφατο άρθρο από το Χάρβαρντ έγινε μνεία στην αυξημένη διαθεσιμότητα φυτοφαγικών και βίγκαν τροφίμων, τα οποία μιμούνται το κοτόπουλο, το λουκάνικο και τα χάμπουργκερ, και αναφερόταν ότι αυτή η τάση ευθυγραμμίζεται με την αποκαλούμενη “διατροφή για την υγεία του πλανήτη”, η οποία περιγράφηκε συνοπτικά στην έκθεση EAT της Επιτροπής Lancet, για την οποία οι ειδικοί λένε ότι θα ενισχύσει την υγεία τόσο των ανθρώπων όσο και του πλανήτη.

 

Ο Walter Willett, καθηγητής επιδημιολογίας και διατροφής στο Harvard, είπε: "Οι άνθρωποι αλλάζουν τη διατροφή τους όταν έχουν τις σωστές πληροφορίες. Η κατανάλωση κόκκινου κρέατος έχει μειωθεί κατά 40% στις ΗΠΑ από το 1970 μέχρι σήμερα, πιθανότατα για λόγους υγείας."

 

"Προκειμένου να σώσουμε τον πλανήτη, η αλλαγή των διατροφικών μας συνηθειών είναι εξίσου σημαντική με την αλλαγή των πηγών ενέργειας που χρησιμοποιούμε, και το εξαιρετικά σημαντικό είναι ότι, όσον αφορά τα τρόφιμα, ο καθένας μας μπορεί να κάνει τη διαφορά. Τα τρόφιμα που καταναλώνουμε αποτελούν ένα ιδιαίτερα ισχυρό εργαλείο αλλαγής", δήλωσε ο Gunhild Stordalen, ιδρυτής και πρόεδρος της EAT.

 

Οι τρέχουσες διατροφικές επιλογές μας, απειλούν την περιβαλλοντική βιωσιμότητα. Η Επιτροπή Lancet για την έκθεση EAT περιγράφει μία υγιεινή διατροφή που θα χρησιμοποιηθεί ως παγκόσμιο σημείο αναφοράς, και βασίζεται:
 - στην αύξηση της κατανάλωσης υγιεινών τροφίμων (όπως λαχανικά, φρούτα, δημητριακά ολικής αλέσεως, όσπρια και ξηροί καρποί) και
 - στην μείωση της κατανάλωσης ανθυγιεινών τροφίμων (όπως είναι το κρέας, η ζάχαρη και τα επεξεργασμένα δημητριακά).


Αυτές οι αλλαγές θα προσφέρουν σημαντικά οφέλη στην υγεία και επίσης θα αυξήσουν την πιθανότητα επίτευξης των στόχων της αειφόρου ανάπτυξης.

 

Πηγή: harvard.edu